ΓΕΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ

Η Ιατρική είναι επιστήμη και τέχνη που ασχολείται με την έρευνα και την εφαρμογή μεθόδων και τεχνικών για την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία των ασθενειών του ανθρώπου. Θεωρείται μια από τις αρχαιότερες των πρακτικών επιστημών, έχοντας τις πρώτες της εφαρμογές στις απαρχές της ίδιας της ανθρώπινης κοινωνίας. Ως και αρκετούς αιώνες πρίν  θεωρούνταν αποκλειστικά τέχνη, ορολογία με την οποία εμφανίζεται και στον Όρκο του Ιπποκράτη.

Οι ιατροί κατά κανόνα χωρίζονται σε 4 κλάδους: της παθολογίας, της χειρουργικής, της κλινικο-εργαστηριακής ή εργαστηριακής ιατρικής, και της ψυχιατρικής. Η κτηνιατρική είναι κλάδος που ασχολείται με τη θεραπεία των υπολοίπων ζώων. Κατά την ευρύτερη έννοια της «Ιατρικής», υπάρχουν πολλές διαφορετικές ειδικότητες. Εντούτοις, μέσα στους ιατρικούς κύκλους, υπάρχουν δύο ευρείες κατηγορίες: η «Ιατρική» και η «Χειρουργική. Η «Ιατρική» αναφέρεται στην πρακτική της μη χειρουργήσιμης ιατρικής, και οι περισσότερες υποειδικότητες σε αυτήν την περιοχή απαιτούν την προκαταρκτική κατάρτιση σε  εσωτερική Ιατρική. Η «Χειρουργική» αναφέρεται στην πρακτική της ενεργούς ιατρικής, και οι περισσότερες υποειδικότητες σε αυτήν την περιοχή απαιτούν την προκαταρκτική κατάρτιση στην γενική χειρουργική. Υπάρχουν μερικές ειδικότητες της ιατρικής που δεν ανήκουν σε καμία από αυτές τις κατηγορίες, όπως η ακτινολογία, η παθολογία, ή η αναισθησιολογία. Η γενική ιατρική είναι η ειδικότητα πάνω στην οποία βασίζονται όλα τα σύγχρονα και προηγμένα συστήματα υγείας του κόσμου. Είναι η ειδικότητα στην οποία πρέπει να απευθύνεται ο ασθενής για το σύνολο των προβλημάτων του, ώστε να πάρει την κατάλληλη αγωγή ή την κατάλληλη κατεύθυνση για το που πρέπει να απευθυνθεί για τη λύση τους, σε περίπτωση που δε μπορεί να τα λύσει ο γενικός ιατρός.

 

 

Παθολογία. Ο ιατρός που εργάζεται στον τομέα της παθολογίας εξετάζει τον άρρωστο, κάνει τη διάγνωση της ασθένειας και του υποδεικνύει την κατάλληλη φαρμακευτική ή κλινική αγωγή για τη θεραπεία του. Σε ειδικές περιπτώσεις καθορίζει και άλλες θεραπευτικές μεθόδους για την αντιμετώπιση της ασθένειας. Στη δουλειά του χρησιμοποιεί όργανα όπως στηθοσκόπιο,  πιεσόμετρο, καρδιογράφο και άλλα. Όταν το κρίνει απαραίτητο, παραπέμπει τον ασθενή του για ακτινολογικές, μικροβιολογικές και άλλες ειδικές εργαστηριακές εξετάσεις. Μελετά τα πορίσματα των εξετάσεων, των αναλύσεων ή των ιατρικών επεμβάσεων από γιατρούς άλλων ειδικοτήτων με τους οποίους συνεργάζεται μεμονωμένα ή σε ομάδα (ιατρικό συμβούλιο) σχετικά με τη διάγνωση και θεραπεία μιας ασθένειας.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ

Η Εσωτερική Παθολογία, επίσης γνωστή στην Ελλάδα απλώς ως Παθολογία (διεθνής όρος: Internal Medicine), είναι κλινική ειδικότητα της Ιατρικής που ασχολείται με την πρόληψη, τη διάγνωση και τη μη-χειρουργική θεραπεία των νοσημάτων στους ενήλικες (μη-παιδιατρικούς) ασθενείς, με ιδιαίτερη έμφαση στα εσωτερικά όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Αποτελεί βασική επιστήμη της κλινικής Ιατρικής και της θεραπευτικής (σε αντίθεση με τον κλάδο των διαγνωστικών ειδικοτήτων, όπως για παράδειγμα η Ιατρική Βιοπαθολογία ή η Ακτινοδιαγνωστική).

Η Εσωτερική Παθολογία ασκείται τόσο σε νοσοκομιακές δομές (κλινικές, εξωτερικά ιατρεία και ιατρεία/τμήματα επειγόντων περιστατικών) όσο και σε επίπεδο πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας  (κέντρα υγείας, ιδιωτικά ιατρεία). Μάλιστα στην Ελλάδα, δεδομένης της σχετικά πρόσφατης αναγνώρισης της Γενικής Ιατρικής ως αυτόνομης ιατρικής ειδικότητας, οι Εσωτερικοί Παθολόγοι κλήθηκαν επί σειρά δεκαετιών να υποστηρίξουν τις δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, αναλαμβάνοντας μεγάλο μέρος του ρόλου του «οικογενειακού ιατρού», εν μέρει συνεχίζοντας μέχρι σήμερα.

 

Ετυμολογία – Προέλευση του όρου

Ο όρος «Εσωτερική Ιατρική» πρωτοεμφανίστηκε το 1882 στα πρακτικά ενός ιατρικού συνεδρίου που διοργανώθηκε στο Wiesbaden της Γερμανίας. Ο όρος «εσωτερική» χρησιμοποιήθηκε τότε από κοινού με τον όρο «ιατρική» (σε αντιδιαστολή με την έννοια της «χειρουργικής» ειδικότητας) για να περιγράψει εκείνη την ειδικότητα της Ιατρικής που ασχολείτο με την προσέγγιση των νοσημάτων συνδυάζοντας την κλινική εικόνα με τα εργαστηριακά ευρήματα, δηλαδή στηριζόμενη σε βάσεις παθοφυσιολογίας των λειτουργιών των εσωτερικών οργάνων του ανθρώπινου σώματος. Σύμφωνα με τον ορισμό που αναπτύχθηκε από τον Friedrich T. von Frerichs, «η εσωτερική ιατρική είναι ενσωμάτωση της κλινικής άσκησης, της παθολογοανατομικής και του εργαστηρίου». Υπό αυτό το πρίσμα, η Εσωτερική Παθολογία δεν ασχολείται εξαρχής με κάποιο εξειδικευμένο νόσημα ή σύστημα οργάνων του οργανισμού, αλλά με κλινικό-εργαστηριακά σύνδρομα που μπορούν να περιλαμβάνουν σημεία και συμπτώματα από παραπάνω του ενός οργάνου (όπως για παράδειγμα οι λοιμώξεις) ή να αφορούν σε κλινικές οντότητες που αναπτύσσονται σε έδαφος δυσλειτουργίας διαφορετικών συστημάτων (όπως για παράδειγμα το δυσπνοϊκό σύνδρομο σε έδαφος καρδιακής ή αναπνευστικής νόσου).

Η παθοφυσιολογική βάση της Εσωτερικής Ιατρικής αντικατοπτρίζεται και στην επιλογή του γενικότερου όρου (Εσωτερική) Παθολογία (σε αντίθεση με τη Φυσιολογία) που επιλέχθηκε, αντί του διεθνούς όρου, στην ελληνική πραγματικότητα, όπως αυτός εκφράζει εκείνη την ιατρική ειδικότητα που ασχολείται με τη διάγνωση και θεραπεία διαταραχών σχετικών με τη γενική φυσιολογία του ανθρώπινου οργανισμού. Όσον αφορά στις ιατρικές ειδικότητες, διεθνώς ο όρος Παθολογία (Pathology) αντιστοιχεί στον ελληνικό όρο Παθολογική Ανατομική, η οποία δεν αποτελεί κλινική αλλά διαγνωστική (εργαστηριακή) ειδικότητα.